Πέμπτη, Σεπτέμβριος 16, 2021

Όταν μου έρχονται αυτές οι μνήμες, αυτές οι φλογερές αναθυμιάσεις, απριλιάτικες και εωθινές, αληθινά, όταν νιώθω αυτήν την αναζωογονητική δροσιά από ουράνιες στάλες, πραγματικά υποφέρω, για όλα τα εκατομμύρια ανθρώπινων όντων, που ονειρεύονται και κλαίνε.

Αφύπνισα ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, έφθασα στην ΦΩΤΙΣΗ. Που πήγαινα κοιμισμένος, από τον τραχύ, απόκρημνο βράχο; Παρατήρησα προσεκτικά το στερέωμα, και ήταν πολύ ψηλά. Η τρομακτική του κορυφή και ο ίλιγγός του, με καταγοήτευσαν. Μετά, γύρισα το πρόσωπό μου στο μακρινό βάθος. Είδα την Γη και ήταν πολύ χαμηλά.

ΤΟ ΠΤΗΝΟ ΦΟΙΝΙΚΑΣ, περνώντας δίπλα μου σε γρήγορη πτήση, με άγγιξε με τα φτερά του, της αμόλυντης λευκότητάς τους. Τότε, γεμάτος θέρμη, προσευχήθηκα, γνωρίζοντας ότι το άρωμα της προσευχής φτάνει μέχρι τον Θεό.

Ικέτευσα για τους κοιμισμένους, για εκείνους τους ειλικρινείς λανθασμένους, που ονειρεύονται ότι είναι ξυπνητοί, για εκείνους τους αποτυχημένους, που νομίζουν ότι πηγαίνουν πολύ καλά.

Ο σοφός ονειροπολεί στο θαυμάσιο ρόδο του μαγικού λιβαδιού, που ξεδιπλώνει τα μαγευτικά πέταλά του, στο εσπερινό αστέρι της αγάπης.

Ο μακρυμάλλης βάρδος ονειροπολεί το δειλό κελαριστό ρυάκι, το οποίο κατεβαίνει από το βουνό, σαν ορμητικό ασήμι, μεταμορφωμένο σε λεπτό κόσμημα, που τρέχει και περνάει.

Η δύστυχη μητέρα αναπολεί τον υιό της, που έχασε στον πόλεμο και δεν μπορεί να φανταστεί σκληρότερη τύχη. Κλαίει για την χαμένη της χαρά, στα πόδια του πορτρέτου του, καθώς η αστραπή παίζει με το βάσανό της και φωτίζει μία σταγόνα σε κάθε δάκρυ της.

Ο Φάουστ αναπολεί την Μαργαρίτα του, με την ήρεμη λευκή της όψη, κάτω από τον εξαιρετικό θόλο των χρυσών μαλλιών της, που σαν μία καταιγίδα από χρυσάφι πέφτουν πάνω στους αλαβάστρινους ώμους της. Τι βαθιά άβυσσος, μέσα στην ύπουλη και γαλαζωπή σαν κύμα, κόρη των ματιών της!

Μέσα στα τρομακτικά νύχια του πόνου, το άθλιο ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ ΖΩΟ ονειρεύεται ότι είναι ο ΒΡΟΥΤΟΣ, κομματιάζοντας σε χίλια κομμάτια την καρδιά του ΚΑΙΣΑΡΑ, Ο φοβερός ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ, καταστρέφοντας την Καμπανία. Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ, στο παλάτι του στην ΙΘΑΚΗ, σκοτώνοντας με μανία τους μνηστήρες της συζύγου του. Ο ΤΕΛΛΟΣ, ποδοπατώντας την μικρή βάρκα. Η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, αποπλανώντας τον ΜΑΡΚΟ ΑΝΤΩΝΙΟ. Ο ΚΡΟΜΓΟΥΕΛ, μπρο-στά στην ικεσία ενός μονάρχη. Ο ΜΙΡΑΜΠΩ, στο Θαβώρ των εθνών. Ο ΜΠΟΛΙΒΑΡ, με πέντε απελευθερωμένους λαούς. Ο MORELOS, στα πεδία των μαχών.

Ο ερωτευμένος ονειρεύεται με το αστέρι που ανατέλλει λαμπρά, το πολυαναμενόμενο ραντεβού, το βιβλίο που κρατάει στα χέρια της, το ρομαντικό της παράθυρο.

Ο προσβεβλημένος σύζυγος ονειρεύεται μία σκοτεινή φιλονικία και μία επαναστατική διαμάχη. Υποφέρει τα ακατονόμαστα και πεθαίνει ακόμα, μέσα στον εφιάλτη του.

Ο ασελγής ονειρεύεται την λάγνα γυμνότητα της διαβολεμένης του, που κυλιέται σαν γουρούνι, μέσα στην λάσπη της ποταπότητας.

Ο μεθύστακας ονειρεύεται ότι είναι ένας πλούσιος, νεαρός και γενναίος ιππότης μεγάλης αναγνώρισης, ανδρείος στην μάχη.

Ονειρεύονταν ο Amado Nervo, στην «Αμετακίνητη Αγαπημένη», και ο Βίκτωρ Ουγκώ στους «Άθλιους». Αυτή η Σεληνιακής μορφής ζωή, είναι μόνον ένα δίκτυο από όνειρα.

Δεν έσφαλαν οι αρχαίοι σοφοί της ιερής γης των Βέδας, όταν διαβεβαίωναν, ότι αυτός ο κόσμος είναι MAYA (ΑΥΤΑΠΑΤΗ).

Ω,… εάν αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι σταματούσαν να ονειρεύονται! Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή!

Τα τέσσερα Ευαγγέλια επιμένουν στην ανάγκη να ΑΦΥ-ΠΝΙΣΟΥΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, αλλά επειδή είναι γραμμένα κωδικοποιημένα, κανείς δεν τα καταλαβαίνει.

Αυτές τις στιγμές, φτάνουν στην μνήμη μου άφατες αναμνήσεις. Μία οποιαδήποτε νύχτα φθινοπώρου, συζητούσα συναρπαστικά, με έναν ΔΑΣΚΑΛΟ, στους ανώτερους κόσμους.

Η συζήτηση με έναν ΜΕΓΑΛΟ ΑΔΕΛΦΟ, στα ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ των ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, είναι σίγουρα κάτι το αδύνατον για τους κοιμισμένους, για αυτά τα φτωχά πλήθη, που ονειρεύονται. Ευτυχώς, είμαι αφυπνισμένος…

Το θέμα της συζήτησής μας ήταν μεταβαλλόμενο. Ο διάλογος αναπτύχθηκε σε σύνθεση. Η LITELANTES άκουγε και σιωπούσε…είναι φανερό ότι εκείνη, επίσης είναι ΑΦΥΠΝΙΣΜΕΝΗ και ευχα-ριστιέται να με συνοδεύει… είναι η ΙΕΡΕΙΑ-ΣΥΖΥΓΟΣ μου.

Έτσι, ο διάλογός μας κυλούσε ευχάριστα, σαν ένας ποταμός χρυσού, κάτω από το πυκνό, ηλιόλουστο δάσος.

Ο αξιοσέβαστος ήθελε μία συνάντηση με εμένα, εδώ κάτω, στον φυσικό κόσμο, στην ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΗ περιοχή.

Ήταν απαραίτητο, να καθορίσουμε τους παράγοντες του τόπου και του χρόνου. Η LITELANTES παραπονέθηκε. «Δώδεκα τα μεσάνυκτα και τόσο μακριά από το σπίτι μας… Εδώ, στο κέντρο της πόλης του Μεξικού…»

Άχρηστα, κατέληξαν τα παράπονά της… Αυτός και εγώ, καθο-ρίσαμε την συνάντηση και δώσαμε τον λόγο μας.

Οι μήνες του φθινοπώρου πέρασαν… Εγώ περίμενα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, το πολυαναμενόμενο νέο έτος του 1968.

Ωστόσο, όλα περνούν... και δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ, καθώς, η αναμενόμενη νύχτα, έφτασε σύντομα.

Έφυγα από το σπίτι νωρίς. Έτσι έπρεπε να γίνει, αφού αυτή είναι νύχτα πολλών επισκέψεων. Έτσι έφυγα με προσμονή.

Ένα ταξί με οδήγησε κατά μήκος του δρόμου του Tlalpan, μέχρι την πλατεία Zόcalo.

Έπρεπε να κατεβώ στην οδό της 20ης Νοεμβρίου, ακριβώς σε μία γωνία της Πλατείας του Συντάγματος.

Έπρεπε να πληρώσω την κούρσα… «Πόσο σας χρωστάω;»

 «Δύο πέσος Κύριε…»

«Ορίστε, εδώ είναι». Ο οδηγός πήρε τα χρήματα, χωρίς, ούτε από μακριά, να υποπτεύεται τίποτα για μένα, ούτε για τον σκοπό του ταξιδιού μου. Πως μπορεί να γνωρίζει ένας κοιμισμένος; Θα μπορούσε ο φτωχός οδηγός, να γνωρίζει τις μελέτες μου; Τι θα μπορούσα να απαιτώ από αυτόν; Αυτός ήταν, ένας ακόμα που ονειρεύεται, οδηγώντας ένα ταξί… Αυτό είναι όλο.

Έτσι, περπάτησα προς το κέντρο της Zόcalo. Σταμάτησα μπροστά σε έναν μεγάλο ατσάλινο ιστό. Αυτός ο ιστός της εθνικής μας σημαίας, ήταν ο ακριβής τόπος, της μυστηριώδους συνάντησης.

Είναι προφανές, ότι έπρεπε αρχικά να αναγνωρίσω το μέρος και το έκανα, αλλά ακόμα, δεν ήταν παρά δέκα η ώρα, εκείνη την νύχτα.

Περπάτησα κατά μήκος της Λεωφόρου της 5ης Μαΐου αργά… αργά…, και έφτασα μέχρι το πάρκο της La Alameda.

Ο πάγος του χειμώνα που σκληραίνει στους λόφους, όπου ούτε χρώματα ούτε αρώματα αιωρούνται, κατέβαινε σε αναζωογονητικά, ασημένια ρεύματα, καλύπτοντας τα μαραμένα λιβάδια.

Κάθισα σε ένα παγκάκι του πάρκου. Το ψύχος εκείνης της χειμωνιάτικης νύχτας ήταν σίγουρα τρομερό. Εδώ, εκεί και παραπέρα, παιδιά έπαιζαν ευτυχισμένα, πολύ καλά ντυμένα με χειμωνιάτικα ρούχα. Οι γεροντότεροι συνομιλούσαν λιτά, για διάφορα πράγματα, ίσως πολύ σοβαρά και σπουδαία ή πιθανόν όχι τόσο σπουδαία. Οι ερωτευμένοι χαμογελούσαν, με εωσφορικά βλέμματα της φωτιάς. Έλαμπαν φώτα με διάφορα χρώματα, και ανάμεσα σε αυτά, τα πολύχρωμα και ζωγραφιστά ανθρώπινα πλήθη της ΝΕΑΣ ΧΡΟΝΙΑΣ, δεν έλειπαν τα κουστούμια. Υπήρχαν άνθρωποι πουδιασκέδαζαν, βγάζοντας φωτογραφίες μπροστά στους τέσσερεις βασιλιάδες μάγους.

Καπνός που αναβλύζει από το βουνό, ζοφερή νοσταλγία, παράξενο πάθος, ανικανοποίητη δίψα, άσβηστη πλήξη, τρυφεροί πόθοι και υποσυνείδητες λαχτάρες, αόριστη και άπειρη προσδοκία για το αδύνατον, είναι αυτά που βιώνει η ανθρωπότητα αυτές τις στιγμές.

Αρκετές φορές, περπάτησα δίπλα στις κρυστάλλινες πηγές, θαυμάζοντας, δίπλα στα πεύκα, υπέροχα πράγματα. Σφαίρες με διάφορα χρώματα, συμβολικές αναπαραστάσεις του παλιού και του νέου χρόνου, άρματα που τα σέρνουν οι κατσίκες του Αιγόκερω, κ.λ.π.

Ξανά και ξανά, περπατώντας αργά κατά μήκος της λεωφόρου της 5ης Μαΐου, πλησίασα σε αρκετές περιπτώσεις τον ιστό της εθνικής μας σημαίας, στο πολύβουο κέντρο της Πλατείας του Συντάγματος.

Παρατηρούσα με ανυπομονησία τριγύρω, στο θαυμάσιο μέρος. Ήμουν σχετικά μόνος μου, και το θλιβερό πράγμα ήταν, ότι δεν ήταν φωτισμένα σε εκείνη την νύχτα, το πολύχρωμο περίπτερο της Πατρίδας, με τον αετό του πνεύματος, το ιερό φίδι, και τον κάκτο της θέλησης.

Ασαφείς Αλέξανδροι και Σπάρτακοι! Τι μακριά βρίσκεστε από την κατανόηση όλων αυτών, καθόσον στους αιματηρούς μόχθους του πολέμου, διάσπαρτου με δάφνες και αποτυχίες, ήσασταν είδωλα από πηλό, που έπεσαν στο έδαφος, ξαναγινόμενοι κομμάτια.

Σε κατάσταση υπέροχης απορρόφησης, βυθίστηκα μέσα στον νου μου, διαλογιζόμενος στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Απέμενε μόνον μισή ώρα, για την στιγμή της προαναφερθείσας συνάντησης του Μυστηρίου. Πολλές φορές, περπάτησα σιωπηλά προς τα εκεί, ανάμεσα στην Zόcalo και τηνAlameda. Ξαφνικά, κοιτώντας το ρολόι, έβγαλα ένα βαθύ αναστεναγμό, ενώ ταυτό-χρονα έλεγα με φωνή που με κατέπληξε: «Επιτέλους, η ώρα είναι κοντά».

Ήταν απαραίτητο να επιταχύνω τα βήματά μου, για να επιστρέψω ξανά στο συμφωνημένο μέρος, για το ραντεβού.

Αντήχησαν οι καμπάνες του παλιού Μητροπολιτικού Καθεδρικού, όταν σταμάτησα ανυπόμονος, μπροστά από τον ιστό της εθνικής σημαίας μας, δεκαπέντε λεπτά πριν από τα μεσάνυκτα. Μετά, κοίταξα γύρω μου ερευνώντας, ψάχνοντας κάποιο σημάδι, που θα μου έδειχνε την παρουσία του Δασκάλου.

Αναρίθμητες ερωτήσεις εισέβαλαν μέσα μου. Δεν ήταν αυτός ο Γκουρού, ικανός να ανταποκριθεί στην συνάντησή μας; Μήπως, αυτός ο Μύστης δεν μετέφερε την ανάμνηση αυτής της συμφωνίας μας, στον φυσικό του εγκέφαλο;

Επιτέλους, Θεέ μου! Αντήχησαν στους πύργους του ναού, οι δώδεκα χτύποι της καμπάνας, του Νέου Έτους. Άρχισα να αισθάνομαι εξαπατημένος, όταν κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει. Βλέπω τρία πρόσωπα, απέναντί μου. Είναι μία ξένη οικογένεια. Μήπως βορειοαμερικανική; Ή Βρετανική; Δεν το γνωρίζω.

Ο κύριος προχωρά μόνος του, προς το μέρος μου. Τον παρατηρώ προσεκτικά. Ναι, γνωρίζω αυτές τις φυσιογνωμίες, αυτό το μεγαλοπρεπές ύφος. Είναι ο Δάσκαλος. Με συγχαίρει, με αγκαλιάζει, και μου εύχεται πλήρη επιτυχία, για το έτος 1968. Μετά, αποσύρεται.

Αναμφίβολα, παρατηρώ κάτι παράξενο σε αυτόν. Ήρθε προς εμένα σαν ένας υπνοβάτης, ασυνείδητος, σαν ωθούμενος από μία δύναμη, ανώτερη από εκείνον. Αυτό με ανησυχεί, με κάνει λίγο λυπημένο.

Είναι δυνατόν η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ του δασκάλου να είναι ξυπνητή στους ανώτερους κόσμους, και κοιμισμένη στον φυσικό κόσμο; Αυτό είναι οπωσδήποτε παράξενο, αινιγματικό, βαθύ.

Μετά την συνάντηση με τον Δάσκαλο, δεν ένοιωσα πλέον απογοητευμένος. Ένιωθα ευδαιμονία μέσα στην καρδιά μου.

Προχώρησα ευτυχισμένος, μέχρι τον προθάλαμο του παλιού καθεδρικού. Ναι, περίμενα, και αμέσως ήρθε ο υιός μου ο ΟΣΙΡΙΣ. Ερχόταν οδηγώντας το μικρό αυτοκίνητό του, στο χρώμα της φωτιάς. Σταμάτησε μία στιγμή, για να με παραλάβει και να με οδηγήσει πίσω στο σπίτι.

«Ο Δάσκαλος ήρθε στην συνάντηση;» Αυτή ήταν η πρώτη του ερώτηση, και καθώς η απάντηση ήταν καταφατική, είναι φανερό ότι χάρηκε πολύ και μετά, παρέμεινε σιωπηλός.

Είναι χρήσιμο να ειπωθεί, ότι μετά αυτό το γεγονός, είχα μία νέα συνάντηση με τον Δάσκαλο, στους ανώτερους κόσμους. Τον ευχαρίστησα που κατάφερε να ανταποκριθεί στην συνάντηση μας, και τον συγχάρηκα. Ο Δάσκαλος, πολύ χαρούμενος, ένιωσε ικανοποιημένος, που κατάφερε να οδηγήσει την ανθρώπινη προ-σωπικότητά του μέχρι το μέρος, που είχαμε συμφωνήσει.

Είναι φανερό, ότι ο Δάσκαλος στον εαυτό του, είναι αυτό που οι Ινδοί αποκαλούν ΑΤΜΑΝ, το ΘΕΪΚΟ ΠΝΕΥΜΑ, αυτός που είναι σε συνάφεια με την ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΨΥΧΗ του (BUDDHI).

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ, (ΑΝΩΤΕΡΟ ΜΑΝΑΣ), ντυμένη με την γήινη προσωπικότητά της, είναι αυτό, που στην μυστηριώδη ανατολή, σοφά αποκαλείται BODHISATTVA.

Είναι εύκολο να κατανοήσουμε, ότι εκείνος ο άνθρωπος που ήρθε σε εμένα, ήταν ο BODHISATTVA του Δασκάλου.

Και ήρθε σε εμένα κοιμισμένος… Τι πόνος! Ήταν ένας πεσμένος BODHISATTVA. Αναμφίβολα, ο Δάσκαλος κατόρθωσε να τον ελέγχει και να τον κατευθύνει σαν ένα αυτόματο, σαν μία μαριονέτα, μέχρι τον τόπο της συνάντησης.

Δεν είναι καθόλου παράξενο, ότι μετά την πτώση, ένας BODHISATTVA (Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ), βυθίζεται αξιοθρήνητα, στον ύπνο της ασυνειδησίας.

Στους αρχαίους καιρούς, σε εκείνη την εποχή, που τα ποτάμια του καθαρού νερού της ζωής έτρεχαν μέλι και γάλα, ζούσαν, πάνω στην επιφάνεια της γης, πολλοί Δάσκαλοι. Με την μοιραία έλευση της εποχής του KALI YUGA, αυτής της μαύρης εποχής στην οποία δυστυχώς ζούμε, έπεσαν αναρίθμητοι BODHISATTVAS, και η λύρα του Ορφέα έπεσε στο δάπεδο του ναού, γινόμενη κομμάτια.

«Η μεγάλη αρχαία Θεϊκότητα έχει πέσει, σωριασμένη. Αναπαύεται στην μία πλευρά της, με το πρόσωπο προς το έδαφος. Παρόλα αυτά, οι ουράνιες ιεραρχίες την σηκώνουν».

Α.Δ. Samael Aun Weor (απόσπασμα από το «Η Επιστροφή μου στο Θιβέτ»)